Ο Βούδας Σακυαμούνι

Ο Βούδας Σακυαμούνι γεννήθηκε στο Βασίλειο του Καπιλβαστού στους πρόποδες των Ιμαλαΐων, περιοχή που σήμερα αντιστοιχεί στη Βόρεια Ινδία και το Νεπάλ. Ο όρος Βούδας σημαίνει τον «αφυπνισμένο» ή τον «φωτισμένο» και δηλώνει αυτόν που έχει ανοιχθεί στην αληθινή φύση όλης της ζωής. Ο όρος Σακυαμούνι, σημαίνει τον «Σοφό των Σάκυα».

Από τη στιγμή που δεν διατηρήθηκαν γραπτά από την περίοδο της ζωής του, δεν είναι σίγουρο το που ακριβώς γεννήθηκε ή πέθανε. Παραδοσιακά, ο Βουδισμός θεωρεί πως γεννήθηκε σχεδόν 3000 χρόνια πριν. Παρόλα αυτά, οι περισσότεροι ιστορικοί του 20ου αιώνα χρονολογούν τη ζωή του από το 563 π.Χ. έως το 483 π.Χ.. Σύμφωνα με τη Μαχαγιάνα παράδοση, θεωρείται πως γεννήθηκε στις 8 Απριλίου του 1029 π.Χ. και πέθανε στις 15 Φεβρουαρίου του 949 π.Χ.. Στη Θεραβάντα παράδοση πάντως, η γέννησή του εορτάζεται τη Μέρα του Vesak που λαμβάνει χώρα το Μάιο ή τον Ιούνιο σε αναλογία με το σεληνιακό ημερολόγιο.

 


Γέννηση

Ο Βούδας Σακυαμούνι γεννήθηκε σαν πρίγκιπας στη βασιλική οικογένεια της φυλής των Σάκυα στο Βασίλειο του Καπιλβαστού. Πατέρας του ήταν ο Βασιλιάς Σουντοντάνα και μητέρα του η Βασίλισσα Μάγια. Το οικογενειακό του όνομα ήταν Γκαουτάμα και το όνομά του Σιντάρτα. Γεννήθηκε στο Λουμπίνι που βρίσκεται στο σημερινό Νεπάλ.

Σύντομα μετά τη γέννησή του, ένας ερημίτης και άγιος άνθρωπος επισκέφτηκε το νεογέννητο και είπε στο Βασιλιά πως ο γιός του όταν μεγαλώσει, θα γίνει είτε μεγάλος και ευγενής βασιλιάς είτε άγιος και φωτισμένος άνθρωπος. Αυτό ειπώθηκε ξανά και από οχτώ βραχμάνους ιερείς κατά τη διάρκεια της τελετής ονοματοδοσίας του μωρού, επαληθεύοντας έτσι την αρχική πρόβλεψη.

 

Πρώιμα Χρόνια

Σύντομα μετά τη γέννηση του Σιντάρτα, η μητέρα του, η Βασίλισσα Μάγια, πέθανε. Τον μεγάλωσε η θεία του και νεώτερη αδερφή της μητέρας του, Μαχαπατζαπάτι. Ο Βασιλιάς Σουντοντάνα, επιθυμώντας ο γιος του να γίνει μεγάλος βασιλιάς και να μην αναμιχθεί στα θρησκευτικά ζητήματα, του παρείχε οτιδήποτε μπορεί να ήθελε ή να χρειαζόταν. Τον κράτησε μακριά από κάθε θρησκευτική διδασκαλία και γνώση για την ανθρώπινη δυστυχία. Έτσι, ο Σιντάρτα Γκαουτάμα δε γνώριζε τα κύρια θρησκευτικά ρεύματα και τις σχολές της εποχής μέχρι να αποχωρήσει για την πνευματική του αναζήτηση, που ήταν το κίνητρό του πίσω από την ανησυχία του σχετικά με τις συνθήκες της ανθρώπινης ζωής και τη δυστυχία.

Στα 16 του χρόνια, ο πατέρας του κανόνισε το γάμο του με μια συνομήλικη ξαδέρφη του με το όνομα Γιασοντάρα, η οποία θεωρείται πως ήταν εξαιρετικής ομορφιάς. Απέκτησαν ένα γιο του οποίου το όνομα ήταν Ραχούλα.

 


Η Μεγάλη Αναχώρηση

Ο Σιντάρτα παρέμεινε στο παλάτι με τη γυναίκα του και το γιό του μέχρι την ηλικία των 29 ετών. Παρόλα αυτά, με τον καιρό ξεκίνησε να νιώθει πως ο υλικός πλούτος και η βασιλική κληρονομία δεν ήταν οι απόλυτοι στόχοι της ζωής του. Μια μέρα, αποφάσισε να γνωρίσει τον κόσμο έξω από το παλάτι και να συναντήσει τους υπηκόους του. Σύμφωνα με την παράδοση, το παλάτι είχε τέσσερις πύλες και τέσσερεις φορές ο πρίγκιπας, με τη συντροφιά του αμαξά του, Τσάνα, βγήκε έξω κάθε φορά από διαφορετική πύλη.

Σε μια από αυτές τις περιστάσεις, ο Σιντάρτα συνάντησε ένα γερασμένο άνθρωπο. Μην έχοντας συνηθίσει τη θέα των γηρατειών, ρώτησε τον Τσάνα τι συνέβη σε αυτόν τον άνθρωπο. Ο Τσάνα εξήγησε πως όλοι κάποτε γερνούν και ότι το ίδιο θα συμβεί σε αυτόν αλλά και στον πρίγκιπα. Αυτό εξέπληξε τον πρίγκιπα και η πρώτη του αυτή έξοδος αύξησε τον όρεξή του να γνωρίσει καλύτερα τον έξω κόσμο. Στις υπόλοιπες εξορμήσεις του, ο Σιντάρτα είδε έναν άρρωστο άνθρωπο, έναν νεκρό και ένα μοναχό. Αντίθετα με τη ζωή στο παλάτι, αυτές οι εξορμήσεις τον έκαναν να σκεφτεί βαθύτατα αυτές τις καταστάσεις και τη σχέση τους με όλη τη ζωή. Με τον καιρό, ο Σιντάρτα συμπέρανε πως έπρεπε να εγκαταλείψει το παλάτι και να αφιερωθεί στις φιλοσοφικές και θρησκευτικές σπουδές προκειμένου να βρει λύση στη δυστυχία της οποίας υπήρξες μάρτυρας. Για άλλη μια φορά, ο Σιντάρτα εγκατέλειψε με τη συνοδεία του Τσάνα το παλάτι για τελευταία φορά, απαρνήθηκε τη βασιλική του κληρονομιά και ξεκίνησε τη θρησκευτική ζωή του. Λέγεται ότι οι θεοί σίγησαν τις οπλές των αλόγων για να μη γίνει αισθητή στους φρουρούς η φυγή του πρίγκιπα. Αυτό το γεγονός, είναι παραδοσιακά γνωστό ως η Μεγάλη Αναχώρηση.
 


Χρόνια Μελέτης και Προετοιμασίας

Ο Σιντάρτα Γκαουτάμα, ξεκίνησε τις θρησκευτικές σπουδές του με την καθοδήγηση δυο διάσημων ερημιτών Δασκάλων. Σύντομα έμαθε τη διαλογιστική συνείδηση και όλες τις διδασκαλίες τους ξεπερνώντας ακόμη και τους ίδιους τους δασκάλους. Με τη συντροφιά άλλων πέντε ασκητών, συνέχισε τις θρησκευτικές σπουδές του και ξεκίνησε ασκητικές πρακτικές που περιλάμβαναν και αυστηρή νηστεία. Αυτό κράτησε έξι χρόνια.

Μια μέρα, εξαιτίας της φυσικής εξάντλησης λόγω της αυστηρής νηστείας, κατέρρευσε σε έναν ποταμό καθώς έκανε μπάνιο και σχεδόν πνίγηκε. Το περιστατικό ανάγκασε το Σιντάρτα να επαναπροσδιορίσει το μονοπάτι του. Τότε θυμήθηκε μια στιγμή από τα παιδικά του χρόνια, όταν ο έβλεπε τον πατέρα του να ξεκινά εποχιακό όργωμα. Θυμάται πως καθώς παρακολουθούσε έντονα, κατέκτησε μια συγκεντρωμένη και εστιασμένη κατάσταση που ήταν ευτυχισμένη και αναζωογονητική. Κάθισε κάτω από ένα δέντρο και ξεκίνησε να διαλογίζεται έχοντας ορκιστεί να μη σταματήσει μέχρι να γνωρίσει τη Φώτιση και την αλήθεια.
 


Διαλογισμός

Κατά την αρχική περίοδο του διαλογισμού, ο Σιντάρτα ανακάλυψε τη Μέση Οδό, έναν ισορροπημένο τρόπο ζωής, ελεύθερο από ακρότητες. Τότε, έπειτα από 49 ημέρες και στην ηλικία των 35, κατέκτησε τη Φώτιση. Τη στιγμή της Φώτισης, απέκτησε πλήρη επίγνωση της αιτίας της δυστυχίας, και τα βήματα που είναι απαραίτητα για να εξαλειφθεί. Η ακριβής ημερομηνία της Φώτισης δεν είναι επίσημα γνωστή. Πάλι οι δυο παραδόσεις υιοθετούν δυο διαφορετικές ημερομηνίες. Σύμφωνα με την παράδοση Θεραβάντα, λέγεται ότι η Φώτιση έλαβε χώρα τον πέμπτο μήνα ενώ η παράδοση Μαχαγιάνα σε Κίνα, Κορέα και Ιαπωνία στις 8 Δεκεμβρίου.

Ανεξαρτήτως της ημερομηνίας, από αυτήν τη στιγμή οι οπαδοί του έπαψαν να τον αποκαλούν με το κανονικό του όνομα και άρχισαν να αναφέρονται σε αυτόν ως το Βούδα, τον Αφυπνισμένο ή Φωτισμένο.

Τη στιγμή της Φώτισης, απέκτησε πλήρη επίγνωση της αιτίας της δυστυχίας, και τα απαραίτητα βήματα για να εξαλειφθεί. Τις ανακαλύψεις του στα πρωταρχικά αίτια, τις αποκάλεσε «Τέσσερις Ευγενείς Αλήθειες». Αυτή η διδασκαλία είναι ο πυρήνας του Βουδισμού και η καρδιά όλων των Βουδιστικών διδασκαλιών. Κατανοώντας αυτές τις αλήθειες, μια κατάσταση υπέρτατης απελευθέρωσης από τη δυστυχία γίνεται δυνατή.

 


Ο Τροχός του Ντάρμα Ξεκινά να Γυρίζει

Παρόλο που επιθυμούσε να μοιραστεί τα ευρήματά του με όλη την ανθρωπότητα ώστε να ωφεληθεί από τη Φώτισή του, ανησυχούσε πως οι άνθρωποι τυφλωμένοι από την άγνοιά τους, την απληστία και το μίσος δε θα μπορούσαν να κατανοήσουν τη διδασκαλία του. Συνειδητοποίησε ότι η Φώτιση σε κάποιες περιόδους είναι βαθιά και άρα δύσκολο να κατανοηθεί. Παρόλα αυτά, αποφάσισε να διδάξει στους άλλους όσα ανακάλυψε ξεκινώντας από τους πέντε ασκητές που τον συντρόφευσαν όταν ξεκίνησε την άσκησή του.

Ταξίδεψε στο Άλσος του Ελαφιού στο Βαρανάσι (Μπεναρές) στη Βόρεια Ινδία και ξεκίνησε να παραδίδει τα πρώτα κηρύγματα στους πέντε μαθητές. Δέχτηκαν τις διδασκαλίες του και μαζί του σχημάτισαν την πρώτη Σάνγκα ή κοινότητα των Βουδιστών μοναχών. Η Σάνγκα μεγάλωσε καθώς δέχτηκε πολλούς προσήλυτους που αριθμούσαν χιλιάδες. Η κοινότητα μεγάλωσε περιλαμβάνοντας πλέον και μοναχές αλλά και λαϊκούς πιστούς και ακολούθους.

Για τα υπόλοιπα 45 χρόνια της ζωής του, ο Βούδας ταξίδεψε σε όλη τη Βόρεια Ινδία, που σήμερα ανήκε στο Ουτάρ Πραντές, Μπιχάρ και νότιο Νεπάλ, διδάσκοντας σε ένα ευρύ κοινό: από βασιλιάδες και άλλους ευγενείς μέχρι και έμπορους, θρησκευτικούς ηγέτες, στρατιώτες, απλούς ανθρώπους, παρείσακτους, καθαριστές δρόμων, δολοφόνους και κανίβαλους. Από την αρχή, ο Βουδισμός ήταν εξίσου ανοιχτός σε όλες τις φυλές και κοινωνικές τάξεις, άντρες και γυναίκες και δεν υιοθετούσε καμιά ιδέα για κάστες και ιεραρχήσεις. Δίδαξε σε όλους τους ανθρώπους με συστηματικό τρόπο, συμβουλεύοντάς τους με τέτοιο τρόπο που ο κάθε άνθρωπος μπορούσε να καταλάβει τις διδασκαλίες και να καλλιεργήσει την κατανόησή του.

 


Τα Τελευταία Χρόνια

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, έχοντας αποκαλύψει μια μεγάλη ποικιλία δογμάτων και βλέποντας πως η ικανότητα και η κατανόηση των ανθρώπων είχε αυξηθεί σημαντικά, ο Βούδας ξεκίνησε να αποκαλύπτει την καρδιά της Φώτισής του. Αυτές οι διδασκαλίες στην πορεία συγκεντρώθηκαν και καταγράφηκαν σε αυτό που είναι σήμερα γνωστό ως η Σούτρα του Λωτού.

Στην ηλικία των 80, ξεκίνησε να μιλά για τον θάνατό του καθώς έφερνε τα 45 χρόνια της διδασκαλίας του σε ένα τέλος. Αυτές οι διδασκαλίες σχημάτισαν αυτό που γνωρίζουμε σήμερα ως Νιρβάνα Σούτρα.

Τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, ο Βούδας ρώτησε τους μοναχούς αν είχαν κάποια ερώτηση ή την ανάγκη να τους διασαφηνίσει κάποιο σημείο της διδασκαλίας διώχνοντας κάθε αμφιβολία. Απάντησαν πως δεν είχαν καμία.

Τα τελευταία λόγια του Βούδα ήταν: Όλα τα σύνθετα πράγματα χάνονται. Αγωνιστείτε επιμελώς για την απελευθέρωσή σας.

Ο Βούδας τότε ειρηνικά έκλεισε τα μάτια του και εισήλθε στην Παρινιρβάνα. Σύμφωνα με την παράδοση του Μαχαγιάνα, αυτό συνέβη στις 15 Φεβρουαρίου. Το σώμα του αποτεφρώθηκε και τα λείψανά του τοποθετήθηκαν σε στούπες.